Στις παραλίες
Τα σχετικά πλάνα είναι ήδη μόνιμα στα δελτία ειδήσεων. Ανάμεσα σε ρεπορτάζ για εγκλήματα, στα νέα για τα Στενά του Ορμούζ και την τιμή του πετρελαίου, στις κινητοποιήσεις για τα Προσφυγικά της Λεωφόρου Αλεξάνδρας, στα ποσοστά που δίνουν στα κόμματα οι δημοσκοπήσεις, στις πολιτικές εξελίξεις, τη Λάουρα Κοβέσι και τον Δημήτρη Αβραμόπουλο, να κι ένας ποπός, για να το πω κομψά. Με μαγιό βέβαια, για να μην παρεξηγηθώ. Διότι, από Ιούνιο μέχρι Αύγουστο, δελτίο ειδήσεων χωρίς εικόνες
Τα σχετικά πλάνα είναι ήδη μόνιμα στα δελτία ειδήσεων. Ανάμεσα σε ρεπορτάζ για εγκλήματα, στα νέα για τα Στενά του Ορμούζ και την τιμή του πετρελαίου, στις κινητοποιήσεις για τα Προσφυγικά της Λεωφόρου Αλεξάνδρας, στα ποσοστά που δίνουν στα κόμματα οι δημοσκοπήσεις, στις πολιτικές εξελίξεις, τη Λάουρα Κοβέσι και τον Δημήτρη Αβραμόπουλο, να κι ένας ποπός, για να το πω κομψά. Με μαγιό βέβαια, για να μην παρεξηγηθώ. Διότι, από Ιούνιο μέχρι Αύγουστο, δελτίο ειδήσεων χωρίς εικόνες και ανταποκρίσεις από παραλία, δεν σέβεται τον εαυτό του. Ταλαιπωρούνται οι έρημοι οι ρεπόρτερ προσπαθώντας να περπατήσουν στην άμμο, να ξεμπερδέψουν μικρόφωνα και καλώδια και να ρωτήσουν τους λουόμενους υψίστης κρισιμότητας ερωτήσεις. Οπως, για παράδειγμα, γιατί πήγαν στη θάλασσα. (Ξέρω ‘γώ; Για να απλώσουν τραχανά ίσως). Τα τελευταία χρόνια ωστόσο τα ρεπορτάζ στις παραλίες έχουν και έναν κοινωνικό, μην πω κινηματικό, χαρακτήρα. Το θέμα είναι η ξαπλώστρα . Που, όπως έγραφε στο απολαυστικό χθεσινό του κείμενο ο Κώστας Γιαννακίδης, έχει αναχθεί σε αγαθό πρώτης ανάγκης, σε προϋπόθεση διαβίωσης. Και θεωρώ πως είναι παραπάνω από απαραίτητο, στο πρόγραμμα των κομμάτων ενόψει εκλογών, να συμπεριληφθεί και το πώς θα διαχειριστούν το θέμα «ξαπλώστρα». Και την τιμή του τοστ στις παραλίες. Διότι απ’ όσο αντιλαμβάνομαι, ο λαός δεν απαιτεί να μην υπάρχουν ξαπλώστρες, αλλά να παραχωρούνται δωρεάν. Κι εκείνα τα πολύ άσχημα πουφ που μοιάζουν με γεμάτα τσουβάλια και όταν καθίσεις, αντιλαμβάνεσαι ότι πρόκειται επίσης για ξαπλώστρες. Πότε έγιναν οι παραλίες θέμα για τις ειδήσεις; Προφανώς πριν από τα κινήματα της πετσέτας. Ισως από τότε που οι υπεύθυνοι των καναλιών θεώρησαν ότι, με κάποιον τρόπο, πρέπει να ελαφρύνουν τα δελτία. Και σίγουρα από τότε που η εικόνα μιας ελληνικής παραλίας άρχισε να αλλάζει άρδην και μάλιστα με ταχύτατους ρυθμούς. Παράδειγμα: στην Πάρο υπάρχει μια καταπληκτική παραλία, ο Φάραγγας. googletag.cmd.push(function() { googletag.display('300x250_m1'); }); googletag.cmd.push(function() {googletag.display('300x250_middle_1')}) Στα μέσα της δεκαετίας του 1980 ήταν προσβάσιμη μόνο από τη θάλασσα. Ενας βαρκάρης έκανε τα δρομολόγια – τι δρομολόγια δηλαδή –, καμιά 25αριά τσιτσιδωμένοι ήμασταν που παριστάναμε τη «Θεία μου τη χίπισσα» και κάναμε ηλιοθεραπεία, ξαπλωμένοι κατευθείαν στην άμμο. Οταν ξαναπήγαμε, είκοσι χρόνια αργότερα, υποθέτοντας ότι θα έχει ανοιχτεί δρόμος και διά ξηράς, αρχικά νομίζαμε ότι έχουμε χαθεί· δεν αναγνωρίζαμε το τοπίο. Στην παρθένα άλλοτε παραλία λειτουργούσαν πλέον δύο beach bar και ένα beach cafe και ήταν γεμάτη από ομπρέλες και ξαπλώστρες. Δεν νομίζω ότι υπάρχει «τοπίο» στο οποίο καταγράφονται τόσο ανάγλυφα και άμεσα οι αλλαγές στην κοινωνία, στην οικονομία, στις αντιλήψεις, στην αισθητική, όσο στις παραλίες. Κι ένα περίεργο πράγμα, ενώ στις παραλίες οι άνθρωποι δεν φοράνε ρούχα που είναι ενδεικτικά μιας εποχής, καταλαβαίνεις αμέσως σε ποια δεκαετία ανάγεται μια «παραλιακή» φωτογραφία. googletag.cmd.push(function() { googletag.display('300x250_middle_2'); }); Χωρίς ομπρέλες, χωρίς τατουάζ googletag.cmd.push(function() { googletag.display('300x250_m2'); }); Σε μια φωτογραφία ελληνικής παραλίας πριν από σαράντα ή ακόμη και τριάντα χρόνια, ελάχιστοι έως κανένας άνδρας έχουν μούσι. Ούτε οι γυναίκες τόσο στρογγυλά και στητά στήθη. Τατουάζ δεν διακρίνεις σε κανένα σώμα. Και γενικώς τα κορμιά δεν είναι «χτισμένα» όπως σήμερα. Ομπρέλα; Ποια ομπρέλα; Αν η παραλία ήταν οικογενειακή, άντε καμιά διαφημιστική της ΕΒΓΑ ή της Nivea. Και αν επρόκειτο να μείνουμε πολλές ώρες, το πολύ πολύ να βρίσκαμε τέσσερα καλάμια, να τα μπήγαμε στην άμμο και να δέναμε σε αυτά τις τέσσερις άκρες ενός παρεό, στήνοντας έτσι μια τέντα που σε μισή ώρα την έπαιρνε ο αέρας. Οσο για ξαπλώστρα, αν βλέπαμε καμία από αυτές τις πλαστικές, τις πτυσσόμενες, φεύγαμε άρον άρον μην κολλήσουμε «μικροαστίλα». Το πολύ πολύ να ανεχόμαστε καμιά ψάθα, από αυτές που ξέμεναν όλο τον υπόλοιπο χρόνο στο πορτ μπαγκάζ του αυτοκινήτου. Ούτε πετσέτες απλώναμε, για να ξαπλώσουμε, άντε κανένα παρεό, το ίδιο που φορούσαμε και μετά, στην ταβέρνα, πάνω από το μαγιό. Ποιο μαγιό; Φορούσαμε σίγουρα μαγιό; Το κυριότερο όμως είναι ότι μιλούσαμε. Αντε να διαβάζαμε για λίγο, αλλά κυρίως μιλούσαμε. Με τον διπλανό μας· όχι ο καθένας με το διαδικτυακό του άβαταρ.
📌 Kaynak
Bu haber XML kaynağından derlenmiştir. Tamamı için orijinal habere gidin.
Orijinal haberi oku →